Αρχική Σελίδα

Η θεωρία της βυθισμένης Αιγηίδος - Σελίδα 3

Το πρότυπο της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας έχει επιβάλλει μια άτυπη παγίωση :

Οι γλώσσες που θεωρήθηκαν προερχόμενες από τον υποθετικό πρώτο-ΙΕ λαό, να εκλαμβάνονται μοιραία ως η εξέλιξη ή παραφθορά μιας αρχικής μητέρας-γλώσσας, οπότε και οι όποιες γλωσσικές ομοιότητες μεταξύ τους- ως συνέπεια της εκτίμησης αυτής-, να θεωρούνται εκ προοιμίου κατάλοιπα της βασικής δομής της υποθετικής αυτής γλώσσας.

Όμως το ενδεχόμενο ότι οι γλωσσικές ομοιότητες μπορεί και να αποτελούν ένα στοιχείο, μεταγενέστερο της αρχικής δημιουργίας των βασικών ομάδων των ΙΕ γλωσσών δεν λήφθηκε ποτέ σοβαρά υπ' όψη. Ότι θα μπορούσαν δηλαδή οι κοινές λέξεις και δομές, να αποτελούν μια εξωτερική γλωσσική επίδραση που εισήχθη σε αυτές, από κάποια κοινή γλωσσική πηγή, αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο μετάδοσης, έξω από την φυσιολογική και μακρόχρονη διαδικασία μετάβασης από μια μητρική σε μια θυγατρική γλώσσα.


Πρέπει λοιπόν να διερευνηθεί το ενδεχόμενο αν θα μπορούσε η Ελληνική ως υπαρκτή, ζωντανή και ιστορική γλώσσα, να ήταν στην αρχαϊκή της μορφή, η γενεσιουργός αιτία που δημιούργησε τις ποικίλες μεταξύ τους σχέσεις και συγκεκριμένα αυτές που ανιχνεύονται μεταξύ του συνόλου σχεδόν των λεγομένων ‘ινδοευρωπαϊκών' γλωσσών, και όχι αυτές μεταξύ δύο ή τριών γειτονικών ομάδων.

Κατά την άποψη του γράφοντος, θα έπρεπε να αξιολογηθούν κατά κύριο λόγο οι όποιες κοινές γλωσσικές καταβολές
εντοπίζονται επί του συνόλου μιας τόσο μεγάλης θεωρητικά οικογένειας και δευτερευόντως όσες προκύπτουν από την σύγκριση μικροτέρων και γεωγραφικά γειτονικών ομάδων γλωσσών .

Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να εξετάσουμε
αρχικά, εάν μπορούμε να θεωρήσουμε την Ελληνική ως μητέρα-γλώσσα, αποδίδοντας έτσι μητρογονική φύση στις σχέσεις της με κάποιες γειτονικές της γλώσσες όπως τα Λατινικά.

Θα πρέπει όμως να ληφθεί σοβαρά υπ' όψη το ενδεχόμενο, να αποδοθεί μια πατρογονική φύση στις γλωσσικές σχέσεις μεταξύ της ελληνικής και άλλων πιο απομεμακρυσμένων γλωσσών -σε διαφορετικές χρονικές περιόδους-.

O παραλληλισμός αυτός με την εισαγωγή των αδόκιμων όρων '
μητρογονική ' και πατρογονική' έγινε για να καταδειχθεί η φύση της διαδικασίας αφ΄ενός, και αφ' ετέρου το μέτρο της διαφοράς στην ταχύτητα της διεκπεραίωσης των γλωσσικών γενετικών πράξεων, όπως αντίστοιχα ορίζεται εκ φύσεως για τον καθ΄ένα εκ των δύο γονέων διότι :

για την μεν μητέρα η διαδικασία της γένεσης συμβαίνει να είναι χρονοβόρα και ενδοσωματική, για τον δε πατέρα είναι ταχύτατη και το κυριότερο : εξωσωματική.

Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα αυτό σε αντιστοιχία με την γένεση των διαφόρων ‘ινδοευρωπαϊκών' γλωσσικών σχέσεων, θα αποδείξουμε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η δεύτερη διαδικασία αποδίδει ορθότερα την πορεία διαμόρφωσης τους, με την χρήση του όρου ‘πατρική γλώσσα' αντί για ‘μητρική' για την περιγραφή ενός κοινού γλωσσικού προγόνου, ο οποίος μετέδωσε με σχετικά ταχείες όσο και πολλαπλές επαφές τα γλωσσικά του χαρακτηριστικά, σε πολλές και διαφορετικές ‘μητέρες' γλώσσες και σε πολύ μικρότερους χρόνους απ' ότι γενικά θεωρείται φυσιολογικό για την «κυοφορία» μιας νέας γλώσσας !

 

8

Μέσα από συνδυασμένες γλωσσολογικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις, σε λέξεις που είναι κοινές στις περισσότερες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, μπορούμε να αποδείξουμε ότι, σύμφωνα με το πρότυπο που εισηγείται η ΙΕ θεωρία, ούτε μία από της κύριες ομάδες γλωσσών της Ινδοευρωπαϊκής οικογένειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο κεντρικός πυρήνας της, και φυσικά ούτε και η Ελληνική μπορεί να ανήκει στο είδος τηςμητρικής γλώσσας' που εκ του εαυτού της γέννησε κάποιες «ινδοευρωπαϊκές» γλώσσες, και αντίστοιχες φυλές, εκτός ίσως από μερικές γλώσσες πολύ κοντινές γεωγραφικά και γλωσσικά όπως είναι η Λατινική.

 

9

Όμως όλα τα στοιχεία που υπάρχουν συγκλίνουν σε μια στέρεη πολυεστιακή απόδειξη : ότι η πρωτο-Ελληνική σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό, είναι η πατρική γλώσσα των Ευρωπαίων, δηλαδή ο αναζητούμενος κοινός γλωσσικός παράγων ο οποίος γονιμοποίησε πολλαπλές μητέρες' γλώσσες επηρεάζοντας τις μορφογενετικά.

Η πολυδιάστατη αυτή επιρροή, (σε διαφορετικά χρονικά, τοπικά και γλωσσικά επίπεδα) συνίσταται στο να τους έχει προσδώσει κοινά γλωσσικά χαρακτηριστικά, είτε με την μορφή δανείων, είτε θεσπίζοντας για πρώτη φορά ονομασίες για άγνωστες για τους λαούς αυτούς έννοιες, όπως την ορολογία για τον καθορισμό σχέσεων συγγενείας, την ονοματοδοσία ανθρωπίνων εσωτερικών οργάνων (π.χ. καρδιά), νέων τεχνικών κατασκευών (π.χ. ζυγός), καθώς και τις ονομασίες των βασικών αριθμών στα πλαίσια του πολιτισμικού μοντέλου που τους μετέδιδαν οι Πρωτοέλληνες.

Η διαφορά πολιτισμικού επιπέδου αποτυπώθηκε πάνω στις γλώσσες της εν λόγω οικογένειας κατά τη διάρκεια των επαφών τους, όχι μόνο με την μορφή διάσπαρτων λέξεων, αλλά και με την μορφή της σύνταξης του λόγου, γεγονός το οποίο αντικατροπτίζει μια ανεπιφύλακτη αποδοχή του τρόπου σκέψης των πρωτοελλήνων, και γενικά του πολιτισμικού τους προτύπου, κατά την χρονική στιγμή της ενσωμάτωσης τους.

(Θα πρέπει να διευκρινίσουμε σε αυτό το σημείο ότι η διαφορά πολιτισμικού επιπέδου μεταξύ πρωτοελληνικών και πρωτοευρωπαϊκών φυλών, πρέπει να αποδοθεί κυρίως στην κλιματική διαφορά που κράτησε την βόρεια και κεντρική Ευρώπη κυριολεκτικά στον πάγο κατά την διαρκεια της μετάβασης απο την λεγομένη μεσολιθική στην νεολιθική εποχή, και της στέρησε την δυνατότητα μιας ανάλογης εξέλιξης με την αντίστοιχη του περιαιγιακού χώρου.)


Τα χαρακτηριστικά αυτά -αν και ολιγάριθμα σε σχέση με τον συνολικό συγκρίσιμο γλωσσικό όγκο μεταξύ των 'ινδοευρωπαϊκών γλωσσών- είναι τόσο θεμελιώδη, ώστε δημιούργησαν την βεβαιότητα ότι προέρχονται από μια κοινή μητέρα γλώσσα.

Το πιο πιθανό είναι ότι αυτή η βεβαιότητα μπόρεσε να εδραιωθεί επειδή συνήθως οι ομοιότητες αποδεικνύονται περισσότερο ελκυστικές για την ανθρώπινη προσοχή απ' ότι οι διαφορές. Η έμφυτη τάση του ανθρώπου να επικεντρώνεται στις ομοιότητες, ώστε να μπορεί να δημιουργεί συσχετισμούς, οδηγεί συχνά σε σφάλματα, και ιδίως όταν πρόκειται για συγκρίσεις μέσα από μεγάλες χρονικές διαστάσεις.

Έτσι πιθανόν εξηγείται το γιατί δόθηκε εξ' αρχής μεγαλύτερη βαρύτητα στις υπαρκτές βεβαίως, αλλά συγκριτικά ολιγάριθμες γλωσσικές σχέσεις μεταξύ των κυρίων "ινδοευρωπαϊκών" ομάδων, ενώ οι τεράστιες αναλογικά γλωσσικές διαφορές τους, είτε αγνοήθηκαν είτε αποδόθηκαν εσφαλμένα στην εκφυλιστική επίδραση του χρόνου.

Όμως όσοι ασχοληθούν σε βάθος με το θέμα, δεν θα μπορέσουν να εξηγήσουν πως η εκφυλιστική
αυτή δύναμη του χρόνου επέδρασε τόσο επιλεκτικά, παραμορφώνοντας πλήρως τον κύριο όγκο των λέξεων, -βασικών και δευτερευόντων εννοιών αδιακρίτως- ενώ ταυτόχρονα επέτρεψε να διατηρηθεί ασύμμετρα -σε σχέση με τους γραμματικούς κανόνες σχεδόν κάθε Ι.Ε. γλώσσας πλην της ελληνικής-, σχεδόν ανέπαφο ένα πολύ μικρό τους μέρος, αποτελούμενο από βασικές λέξεις. (παραδείγματα δίδονται στην 5η σελίδα με λέξεις που σημαίνουν συγγένεια)

Είναι απαραίτητο στο σημείο αυτό να διευκρινισθεί, ότι όσο θα απείχαμε από την πραγματικότητα εάν ισχυριζόμαστε ότι έχουν κοινή προέλευση η Αγγλική και η Αραβική, μόνο και μόνο επειδή περιέχονται στο λεξιλόγιο τους κοινές λέξεις όπως ‘τηλέφωνο' και βάσει αυτών να αναζητούσαμε πάλι κάποια κοινή ‘μητέρα' τους, άλλο τόσο απέχει η αντίληψη ότι οι υπάρχουσες κοινές λέξεις και γραμματικές δομές επαρκούν για να προσδιορίσουν μια κοινή Ι.Ε. μητέρα γλώσσα.

Μόνο με ένα τόσο χονδροειδές παράδειγμα μπορεί να καταδειχθεί πόσο ανεδαφική είναι
η άποψη ότι η γνωστή σε εμάς γλωσσική εξελικτική διαδικασία στον Ευρωπαϊκό χώρο επαρκεί για να εντοπισθούν τα ίχνη ενός λαού, ο οποίος υποτίθεται ότι έχει θέσει τις βάσεις για την δημιουργία ενός αρχικού πυρήνα των κεντρικών ομάδων των ΙΕ γλωσσών ως σύνολο.

Η τεράστια αντοχή των γλωσσών στο πέρασμα του χρόνου μας έχει καταδείξει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια να αναδιαταχθούν τεχνητά οι άπειρες διαδικασίες γλωσσικής εξέλιξης δεκάδων χιλιάδων χρόνων, δεν θα οδηγούσε παρά στην
υποκατάσταση της επίπλαστης έννοιας «πρωτοινδοευρωπαϊκή φυλή», με κάποια άλλη αρχέγονη φυλή εξ' ίσου υποθετική και ανυπόστατη, εξασφαλίζοντας απλά την επανάληψη του σφάλματος της Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας με διαφορετική διατύπωση και διαφορετική κάθε φορά γεωγραφική τοποθέτηση της αρχικής της κοιτίδας.

Ο λόγος που καθιστά αδύνατο τον προσδιορισμό της αρχικής προέλευσης των κατά τα άλλα υπαρκτών γλωσσικών ομάδων, όπως είναι η Γερμανική, η Σλαβική, η Κελτική, η Ινδοϊρανική κλπ, είναι πως αν ποτέ είχε υπάρξει μια τέτοια αρχική ενότητα,-πράγμα εξαιρετικά αμφίβολο- αυτή θα έπρεπε να αναζητηθεί σε εποχές πολύ πρωθύστερες των τελευταίων παγετώνων και γεωλογικών ανακατατάξεων του 9.500 π.Χ. τουλάχιστον.


Στην πραγματικότητα οι κύριες ομάδες γλωσσών απέκτησαν στην πορεία του χρόνου πάρα πολλές σχέσεις λόγω των διαφόρων επαφών μεταξύ τους. Το γεγονός όμως ότι σχέσεις αυτές είναι ήδη αρχαιότατες, δεν σημαίνει ότι από ένα χρονικό σημείο και
μετά παύουν να είναι και επίκτητες.

Παράλληλα, εξετάζοντας τις πιο κοινές από αυτές τις γλωσσικές ομοιότητες, όσες δηλαδή δεν θα μπορούσαν να είναι αποτέλεσμα διμερών σχέσεων λόγω γειτνίασης μια και εμφανίζονται στην πλειονότητα των γλωσσών της 'Ι.Ε. οικογένειας', μπορούμε να εξάγουμε κάποια πολύ σημαντικά συμπεράσματα :

Με δεδομένες τις
τεράστιες αποστάσεις που χωρίζουν τους λαούς που τις έχουν ενσωματώσει στη γλώσσα τους και λόγω του ότι ορισμένες ετυμολογούνται μόνο στην Ελληνική (π.χ. η λέξη ζυγός) και ακόμη επειδή κάποιες άλλες υπακούουν σε γραμματικούς κανόνες της Ελληνικής (π.χ. οι λέξεις πατήρ, μήτηρ, φράτηρ και θυγάτηρ όπως θα δούμε αναλυτικότερα στην 5η σελίδα), μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι εμφανώς προέρχονται από μια ομόκεντρη πηγή πολιτισμού, με υψηλού επιπέδου γνώσεις στην ναυτιλία και τις επιστήμες, φέροντας μια επίσης υψηλού επιπέδου νοηματική γλώσσα -όπως αναγνωρίζεται παγκοσμίως η Ελληνική διαχρονικά-, καθώς όλα τα αρχαιολογικά και γεωλογικά στοιχεία επίσης συνάδουν προς αυτή την οπτική..

Με το συμπέρασμα
βέβαια αυτό δεν υπονοείται σε καμία περίπτωση ότι εκείνη η πρωτοελληνική γλώσσα θα μπορούσε να ήταν και ο αρχικός πρόγονος ή έστω το κατάλοιπο κάποιου κοινού γλωσσικού προγόνου όλων των υπολοίπων 'Ι.Ε." γλωσσών, με βάση το γνωστό μοντέλο της 'Ι.Ε' θεωρίας.

Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να θεωρηθεί πιθανό, τη στιγμή που ο πυρήνας της κάθε μιας από αυτές τις ξεχωριστές κύριες ομάδες της λεγόμενης "ινδοευρωπαϊκής" οικογένειας, δεν παρουσιάζει ορατή σύγκλιση, προς καμία γνωστή γλώσσα που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ‘μητέρα' των υπολοίπων, με δεδομένη την μεγάλη γλωσσική ανομοιογένεια και απόκλιση των κύριων ‘ινδοευρωπαϊκών' ομάδων μεταξύ τους
τους αφ' ενός, αλλά και και του τεράστιου χρονικού διαστήματος που θα απείχε από την σχετικά πρόσφατη περίοδο της προϊστορίας ο ζητούμενος αρχικός πυρήνας της θρυλουμένης προπατορικής πρωτογλώσσας, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις.

Όμως, αυτό που μπορούμε να τεκμηριώσουμε είναι το εξής : ότι ο λαός που ομιλούσε την αρχαϊκή πρωτοελληνική Ιαπετική γλώσσα, με την δύναμη των πολιτισμικών στοιχείων που κόμιζε όσο και με την διείσδυση του μέσα σε διαφορετικούς κάθε φορά λαούς, κατέστησε και τότε τη γλώσσα του αποδεκτή ως αρχέτυπο, σε ένα πολύ μεγάλο μέρος του πλανήτη, δρώντας εποικοδομητικά και συμπληρωματικά επί υπαρκτών γλωσσών της απόμακρης εκείνης εποχής, όπως ακριβώς συνεχίζει να δρα και σήμερα με την ανάμιξη των ποικίλων νοημάτων της περισσότερο γνωστής και αρκετά νεότερης κλασσικής Αρχαιοελληνικής γλώσσας σε όλες ανεξαιρέτως της γλώσσες του κόσμου.

Ας δούμε κάποια από τα τεκμήρια :

2007 © Κώστας Σκανδάλης. Απαγορεύεται η με οποιοδήποτε μέσο αναπαραγωγή μέρους ή ολόκληρου του περιεχομένου (κείμενα - φωτογραφίες), χωρίς την έγγραφη άδεια του διαχειριστή. Κατασκευή-φιλοξενία ιστοσελίδας: TotalWeb